Jul 24, 2017 Last Updated 11:18 AM, Jul 23, 2017

Ας είμαστε ειλικρινείς. Καμία ελπίδα και κανένα νέο όραμα, πολιτικό και κοινωνικό, δεν ξημέρωσε με την έλευση του 2017. Όσο και αν αναζητούσαμε να ξεφύγουμε από τα καταθλιπτικά φαινόμενα του 2016, όσο και αν διψάγαμε για μια κοινωνική, ηθική και πνευματική ανόρθωση, το μέλλον μας προμηνύεται το ίδιο, αν όχι πιο γκρίζο και αβέβαιο, δοκιμάζοντας για μια ακόμη χρονιά την τύχη μας με δημαγωγούς και λαοπλάνους. Παίζοντας στα ζάρια όχι μόνο τις ζωές μας, αλλά ακόμη χειρότερα τις ζωές των επόμενων γενεών.

Από αυτή εδώ τη στήλη το έχουμε γράψει ξανά. Ζούμε στην εποχή του παραλόγου, ακολουθούμε την οπισθοδρόμηση που μας προστάζουν κάποιοι δεκάδες κακοκέφαλοι και αφήνουμε στην άκρη τις όποιες μικρές, ίσως και αόρατες, κάποιες φορές, επαναστάσεις του αυτονόητου. Δεν αντιδρούμε για τίποτα, αλλά έχουμε γνώμη για τα πάντα.

Η συγκυβέρνηση, για παράδειγμα, που κρατά το τιμόνι της χώρας, κυβερνά με τη λεγόμενη «αυταρχική εκδοχή». Χωρίς αποτελέσματα προχωρά σε θεσμικές παρεμβάσεις και θεσμικές αλλοιώσεις, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο θα την κρατήσει στην εξουσία για αρκετό ακόμη διάστημα.

Από την άλλη πλευρά, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ανακαλύπτει δήθεν νέους τρόπους επικοινωνίας, βγάζοντας από το συρτάρι αραχνιασμένες επικοινωνιακές πρακτικές με ξεπεσμένο αφήγημα και κυριολεκτικά μηδενικό αποτέλεσμα. Πρόσφατο παράδειγμα, η δήθεν αιφνίδια και εξ απορρήτων επίσκεψη του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε μεγάλο δημόσιο νοσοκομείο και μάλιστα στα επείγοντα περιστατικά εν ώρα εφημερίας, η οποία τελικά έμεινε μυστική για λίγα λεπτά, καθώς το αμέσως επόμενο διάστημα τόσο οι φωτογραφίες όσο και τα τηλεοπτικά πλάνα εμφανίστηκαν στις οθόνες μας αποδομώνοντας με ταχύτητα φωτός την κατά τ’ άλλα τόσο αυθόρμητη αυτή επίσκεψη σε συμπολίτες μας που ασθενούν.

Τα δε υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης μιμούνται την ανικανότητα του άλλου και διαγωνίζονται να λάβουν τη χρυσή σφαίρα του πιο λαϊκιστή, πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις.

Αντί, λοιπόν, και όπως θα περιμέναμε να εστιάζουν στην οικονομική στασιμότητα, στο αποτυχημένο κράτος και στη γεωπολιτική εμπλοκή που συμβαίνει δίπλα μας και να προτείνουν λύσεις, αρκούνται στη μετριότητα, την ώρα που πλήθος αναλυτών ανά τον κόσμο προειδοποιούν για τη στρεβλή πορεία της χώρας.

Πρόσφατο παράδειγμα η ανάλυση της Citigroup, της Credit Suisse και της Morgan Stanley, οι οποίες, από διαφορετικές οπτικές, προβλέπουν πολιτική αστάθεια, αποδομούν τη στάση των εταίρων και αναλύουν τους λόγους που είναι δύσκολη ως και ακατόρθωτη μια οριστική έξοδος της χώρας από τα δεσμά.

Και σαν να μη φτάνουν όλα αυτά, οι κίνδυνοι είναι πλέον ορατοί και στην κοινωνία μας, που αν και τους αντιλαμβάνεται αρκείται στο να παραμένει απαθής. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από όλες τις τελευταίες δημοσκοπήσεις οι οποίες αποτυπώνουν τους κινδύνους και τις απειλές στο εσωτερικό περιβάλλον.

«Απογοήτευση, ανασφάλεια και δυσπιστία προς την πολιτική» ήταν ο τίτλος σε πρωτοσέλιδο της εφημερίδας το «To Βήμα», ενώ στη «Real News» μεσουρανούσε προ ολίγων ημερών ο τίτλος για το πόσο απαισιόδοξοι είναι για το 2017 οι Έλληνες.

Οι λέξεις, σύμφωνα με την MRB, που είναι πρώτες στο λεξιλόγιο των Ελλήνων όταν σκέφτονται το 2017 είναι «ανησυχία» για το 63,1%, «φόβος» για το 47,9%, «οργή» για το 29,7% και «ντροπή» για το 24,3%, ενώ μόλις το 0,7% αισθάνεται «σιγουριά».
Στην ίδια δημοσκόπηση και στο ερώτημα «πόσο ικανός / δυνατός αισθάνεστε να διατηρήσετε τη σημερινή ποιότητα ζωής σας και το 2017», το 77%, δηλαδή περίπου οι 8 στους 10, απαντά «λίγο» και «καθόλου» και μόλις το 19,5% «πολύ».

Στην πρόσφατη έρευνα της Κάπα Research για «Το Βήμα» αποτυπώνεται, την ίδια στιγμή, η ανικανότητα των δύο κομμάτων εξουσίας να απευθυνθούν σε εθνικό ακροατήριο, με το 50% του εκλογικού σώματος να αποστασιοποιείται από τα κόμματα. Μάλιστα, οι ίδιοι οι πολίτες θεωρούν σε ποσοστό 65% ότι το 2017 θα είναι χειρότερο από το 2016, με τις αντοχές τους να έχουν εξαντληθεί και την απογοήτευση να είναι ολοφάνερη σε κάθε δείκτη και σε κάθε απάντηση.

Ποιο είναι, λοιπόν, το ζητούμενο και γιατί ούτε τώρα στο κατώφλι του 2017 δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε έστω και στο ελάχιστο το ξεχωριστό παράδειγμα των φλαμίνγκο, τα οποία για να πετύχουν το παραμικρό αντιμετωπίζουν όλα μαζί τα προβλήματα. Όπως έγινε πρόσφατα, όταν σε πολικές θερμοκρασίες αγκαλιάστηκαν 1.000 και πλέον φλαμίνγκο ώστε να ζεσταθούν.

Τι φταίει και δεν μπορούμε να «ζεσταθούμε», να ανασάνουμε και να σταθούμε στα πόδια μας; Η αναξιοκρατία και η ατιμωρησία, θα πει στο βιβλίο του «Να σηκωθούμε όρθιοι» ο επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφικής Γιώργος Πολίτης, είναι αυτά που μας εμποδίζουν, καθώς, όπως ο ίδιος υπογραμμίζει, «είναι αδιανόητη η φυσικότητα με την οποία αντιμετωπίζουμε την ανομία, εμμένοντας στην οικονομική ανάγνωση της κρίσης που είναι ο μόνος σίγουρος δρόμος για να μην την ξεπεράσουμε ποτέ».

Μήπως τελικά το έχουμε στο dna μας; Μήπως φταίει το κατά τ΄ άλλα δήθεν «μοναδικό» μας γενετικό υλικό ή απλά ευθύνεται το αγύριστο κεφάλι μας που συνεχίζουμε να κάνουμε τα ίδια λάθη; Πώς εξηγείται το γεγονός ότι θεωρούμε εαυτούς αλάνθαστους και πως μόνο εμείς έχουμε συγκεντρώσει την απόλυτη γνώση βλέποντας τους διπλανούς μας, Ευρωπαίους και όχι μόνο, ως ανόητους και κουφόνους;

Η αλήθεια είναι, από όποια μεριά και αν το δούμε, πως είμαστε αδιόρθωτοι. Ημέρες αγάπης και Χριστουγέννων, θα πείτε, όμως πώς μπορείς να διατηρείς την ψυχραιμία σου όταν βλέπεις τους συμπολίτες σου και τον ίδιο σου τον εαυτό χωρίς κανένα μέλλον; Και πώς να είσαι αισιόδοξος όταν, μόλις πριν από λίγες μέρες, «καλωσορίσθηκε», με θερμά μάλιστα χειροκροτήματα, ένας προϋπολογισμός που προβλέπει νέα επαχθέστερα μέτρα;

Πώς, λοιπόν, να ξεπεράσεις τον θυμό της τυραννίας που βιώνουμε εδώ και έξι χρόνια και θα υπομείνουμε για πολλά ακόμη; Πώς να πάρεις μια βαθιά ανάσα ανακούφισης όταν το ΔΝΤ ζητά εδώ και τώρα νέα μέτρα ύψους 4,5 δισ. ευρώ και ο περίφημος «κόφτης» κινείται ξυστά πάνω από τα κεφάλια μας; Πώς να κάνεις το επόμενο βήμα, όταν ο ίδιος ο υπουργός Οικονομικών κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού μίλησε για την ανάγκη ύπαρξης νέου μηχανισμού από το 2019 και μετά;

Εν τέλει, πότε θα καταφέρει να αποσυμπιεστεί αυτή η κοινωνία, όταν η ίδια η Ευρώπη δέχεται τις ανερχόμενες ακροδεξιές φωνές και η γεωπολιτική μας θέση, εν μέσω οικονομικής κατάρρευσης, μας κάνει ακόμη πιο εύθραυστους;

Στην πανέμορφη αυτή χώρα δεν τίθεται πλέον θέμα μιας κλασικής πάλης δυο μεγάλων κομμάτων, αλλά η επιβίωση ενός ολόκληρου έθνους. Χωρίς οράματα, χωρίς προγραμματισμό και κυρίως χωρίς ενότητα και πίστη, αυτές τις ώρες ευθύνης, η γκρίζα καθημερινότητα θα μας συνοδεύει σε κάθε μας βήμα. Κι αυτό καθώς κατασκευάζουμε –σκόπιμα ή μη– λάθος εχθρούς. Φταίει η αλαζονεία μας, οι μικροκομματικές πολιτικές, η νοοτροπία του έπαρχου της Ευρώπης και οι εξωνημένες φωνές. Δεν μας φταίει ο διπλανός μας και ο κάθε εκπρόσωπος των δανειστών. Φταίμε εμείς και δεν μας σώζουν ούτε οι επισκέψεις στην Κούβα, ούτε τα προσκυνήματα στους Αγίους Τόπους.

Ας μην ξεχνάμε όμως πως οι μόνες φορές που σταθήκαμε στο ύψος των περιστάσεων και «σκεφθήκαμε σοβαρά ως έθνος» -όπως είχε πει ο Μάνος Χατζιδάκις- ήταν στις καταστροφές. Έως… τότε, έως την επόμενη μέρα, καλά Χριστούγεννα.

Η κούραση και η φθορά της ελληνικής κοινωνίας είναι πραγματικά πρωτόγνωρη. Κάθε εικοσιτετράωρο που περνά είναι γεμάτο με γκρίζες αποχρώσεις, με τις συλλογικές πνευματικές διάνοιες του τόπου να απουσιάζουν παντελώς από τις ζωές μας. Η κοινωνική αυτοπεποίθηση έχει εξαϋλωθεί, την ώρα που μια κενή περιεχομένου ρητορική κατακλύζει και κατασπαράζει τον εναπομείναντα κοινωνικό ιστό του τόπου. Λες και όσοι κινούν τα νήματα διακαώς επιζητούν έναν παντοτινά τσακισμένο λαό.

Η παρακμή μεσουρανεί και η ταυτότητά μας απειλείται ευθέως. Νιώθουμε να έχει στερέψει η αξιοπρέπειά μας και ουδείς μάχεται. Δεν παλεύουμε για τα αυτονόητα παρά σπρωχνόμαστε για το ποιος θα βρεθεί στο… πρώτο τραπέζι δίνοντας υπόσταση στις ψεύτικες υποσχέσεις.

Η κρίση, σε ένα βαθμό, ήταν η ελπίδα κάποιων να βγούμε πιο δυνατοί, και κυρίως να καταφέρουμε να ανακτήσουμε την αγάπη και την πίστη μας για τη χώρα. Όμως τα στοιχεία που μας οδήγησαν στον κατήφορο είναι ακόμη ζωντανά και μας σπρώχνουν πιο βαθιά στο σκοτάδι.

Και ας μην ψάχνουμε αστείες δικαιολογίες και ας μη ρίχνουμε το φταίξιμο στους εταίρους και στους δανειστές. Η μάχη των γιγάντων, που διεξάγεται τους τελευταίους μήνες, ανάμεσα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τη Γερμανία μόνο την Ελλάδα θα βρει ζημιωμένη. Αυτό, άλλωστε, διατύπωσε, στις αρχές του μήνα, και ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών λέγοντας ότι τελικά ο «κόφτης» που δεν αποκλείεται να ενεργοποιηθεί μέσα στο 2017, θα είναι ο συνδετικός κρίκος που θα κρατήσει τελικά το Ταμείο στο πρόγραμμα. Οι εταίροι θα βρουν τον τρόπο και το πρόγραμμα που τους ταιριάζει και η Ελλάδα δεν αποκλείεται να βρεθεί εκ νέου σε νέο αδιέξοδο, ανίκανη να σχεδιάσει λύσεις και τρόπους για να βγει από το αδιέξοδο.

Αναμφίβολα, οι μήνες που διανύουμε θα είναι σκοτεινοί. Η ήδη τραυματισμένη κυβέρνηση θα ψάχνει τρόπους να κρατηθεί στην εξουσία, όμως όπως όλα δείχνουν ο ΣΥΡΙΖΑ, μέρα με τη μέρα, μήνα με τον μήνα, χάνει ολοένα και περισσότερο την εμπιστοσύνη με τους πολίτες. Η κατάσταση δε θα εκτροχιαστεί με την έναρξη των χιλιάδων πλειστηριασμών (άνω των 3.700 όπως υπολογίζονται έως τα τέλη του 2017), την ώρα που θα αντηχούν στα αυτιά όλων τα συνθήματα τύπου «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη».

Η χαριστική βολή για την κυβέρνηση είναι θέμα χρόνου να δοθεί, με το μέλλον της χώρας να είναι ακόμη πιο αβέβαιο.

Οι κινήσεις αντιπερισπασμού που θα επιδιώξει, από την πλευρά του, ο πρωθυπουργός δεν θα είναι αρκετές ώστε να ανακρούσουν το μένος μιας οργισμένης κοινωνίας, καθώς όλο το προηγούμενο διάστημα ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε την «αυταρχική εκδοχή» άσκησης της εξουσίας. Ο όρος που πρώτος προσδιόρισε ο παγκοσμίου φήμης πολιτικός επιστήμονας S. Finer, σημαίνει ότι ένα κόμμα εξουσίας και ενώ βλέπει να απουσιάζει η κυβερνητική αποτελεσματικότητα καταφεύγει, μεταξύ άλλων, σε θεσμικές παρεμβάσεις, θεσμικές αλλοιώσεις και στρεβλώσεις, περιορίζει την πολυφωνία και διαμορφώνει μια νέα κουλτούρα μέσω του ελέγχου ακόμη και της Δικαιοσύνης.

Η ανησυχία για το αύριο είναι μεγάλη και δυστυχώς όπως όλα δείχνουν οι νέες περιπέτειες είναι μπροστά μας. Φαίνεται πως συνεχίζουμε να κυνηγάμε τη σκιά μας και δεν αποφασίζουμε να κάνουμε το μεγάλο άλμα. Κυβέρνηση και ένας ολόκληρος λαός βολεύεται πάνω στο ίδιο κλαδί που η αντοχή του έχει εξαντληθεί και οι ρωγμές έχουν κάνει την εμφάνισή τους.

Μόνη λύση οι νηφάλιες και ήρεμες φωνές πλαισιωμένες από φιλοπατρία και φιλότιμο, έτοιμες να εφαρμόσουν ένα εθνικό σχέδιο εξόδου από τα δεινά, αλλά πότε και με ποιους;

Ηγέτης γίνεσαι δεν… γεννιέσαι. Και οι ευκαιρίες που δίνονται σε κάποιον πολιτικό ν’ αποδείξει την αξία του, είναι δυστυχώς ελάχιστες. Και οι «εχθροί» του κάθε έθνους δεν συγχωρούν… Παραμονεύουν και χτυπούν κατά μέτωπο.

Του Γιάννη Σκούφη

Έτσι λοιπόν, αυτό που είδαμε και ακούσαμε στο Νταβός είναι μια ήττα χωρίς να υπάρξει καμία αντίσταση… Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε απέδειξε γι’ άλλη μια φορά πόσο «αγαπά» την χώρα μας.  Αποκάλεσε τον πρωθυπουργό ως ανόητο άρα και όσοι Έλληνες τον ψήφισαν πρέπει να θεωρούνται και αυτοί ανόητοι. Δεν τον κατονόμασε, αλλά όλοι κατάλαβαν σε ποιον απευθυνόταν. Ο Γερμανός υπουργός το μόνο που έκανε ήταν να παραφράσει μια ατάκα του Κλίντον. Αυτού του γίγαντα της διεθνούς πολιτικής σκηνής που έχει μείνει στην ιστορία για τον λεκέ στο φόρεμα της Λεβίνσκι.   
Από την πλευρά του, ο Αλέξης Τσίπρας τι έκανε: Άλλαξε συζήτηση αγνοώντας την πρόκληση. Είναι η δεύτερη φορά στην ιστορία που Έλληνας πρωθυπουργός ταπεινώνεται δημόσια. Η πρώτη ήταν στις Κάννες με τον Γιώργο Παπανδρέου.

Όμως, υπάρχει ένα ερώτημα. Τι θα γινόταν αν στη θέση τους ήταν, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ή ο Ανδρέας Παπανδρέου. Την απάντηση δίνει- όπως δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα «Νεοδημοκράτης»-  η ακαδημαϊκός Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ,  που περιγράφει το κάτωθι περιστατικό , του οποίου υπήρξε αυτήκοος μάρτυρας:

«Ο Kωνσταντίνος Καραμανλής συναντά τον Γερμανό Καγκελάριο Σμιτ και αυτός του λέει:
-«Ξέρετε, κύριε Πρόεδρε, η Ελλάδα δεν έχει τις οικονομικές προϋποθέσεις…» και ο Καραμανλής του απαντάει:
-«Εσείς που έχετε αιματοκυλήσει την Ευρώπη δύο φορές, έχετε το δικαίωμα να είστε μέσα στην Κοινότητα και εμείς που δώσαμε τα φώτα σε όλους εσάς, θα είμαστε εκτός;
Να ξέρετε, αυτό που σας λέω μεταξύ μας, τώρα που θα σταθούμε μπροστά στους δημοσιογράφους που μας περιμένουν έξω, θα το πω δημοσίως!»
Βγήκανε έξω, σταθήκανε μπροστά στους δημοσιογράφους και, πρώτος, δηλώνει ο Σμιτ:
-«Είμαστε υπέρ της Ελλάδας, πρέπει να μπει στην Κοινότητα»

Αυτό με αφορμή το «ανόητε» που είπε ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών- ούτε καν ο Καγκελάριος- στον Έλληνα πρωθυπουργό, γιατί το πρόβλημα δεν είναι οι Γερμανοί, αλλά ο Έλληνας πολιτικός που έχει απέναντι του.

Ο ηγέτης που μας εκπροσωπεί ανάλογα με την ικανότητα και την προσωπικότητα που διαθέτει μπορεί να πετύχει από το καλύτερo, αλλά μπορεί να φανεί και τόσο λίγος που να κάνει την καταστροφή να μοιάζει μονόδρομος.

Εν κατακλείδι,  εάν στη θέση του Τσίπρα, ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ή ο Ανδρέας Παπανδρέου κανένας Σόιμπλε δεν θα τολμούσε να ξεστομίσει τέτοια φράση, γιατί θα ήξερε και το αποτέλεσμα.

Όποιος από τους δύο ήταν εκεί, σίγουρα θα αποχωρούσε. Ίσως και να έβριζε τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών πριν αποχωρήσει.
Και οι δύο, θα μπορούσαν να φτάσουν ακόμη και στην έξοδο από την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Θα μπορούσαν να αναστατώσουν τον πλανήτη.

Κανείς δεν υποστηρίζει ότι δεν έκαναν λάθη... Έκαναν και πάρα πολλά.
Αλλά ήταν ηγέτες.

Τα όσα δραματικά έλαβαν χώρα το 2015 τα ζήσαμε όλοι μας στο πετσί μας και δεν χρειάζεται κανένας πανεπιστημιακός και κανένας αναλυτής να μπει στον κόπο να μας τα περιγράψει. Σε μικρό ή μεγάλο βαθμό βιώσαμε καταρχήν τα τραγικά αποτελέσματα των προοδευτικών ψευδολογιών, πικραθήκαμε από τον πολιτικό λόγο ασυνέπειας των ηγεσιών της αριστεράς και προσπαθήσαμε να ισορροπήσουμε στο σχοινί του τρόμου. Μεταξύ φτώχειας και ενός πρωτόγνωρου κοινωνικού ολοκαυτώματος.

Κάποιοι μάτωσαν αλλά άντεξαν. Η πλειοψηφία όμως δεν είχε άλλες δυνάμεις να αντισταθεί στις συμπληγάδες της κρίσης. Λύγισε και αναζήτησε βοήθεια…

Βλέπετε, οι καιροσκοπικές αντιλήψεις δεν εκλείπουν ούτε από τη σημερινή συγκυβέρνηση και το 2015 ζήσαμε τα ακριβώς αντίθετα, όταν μας μίλαγαν περί επαναφοράς του κατώτατου μισθού στα 752 ευρώ, όταν ακούγαμε το σύνθημα «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη», ότι κανένας δεν θα πληρώσει ξανά ΕΝΦΙΑ και πως δεν θα υπάρξει καμία νέα μείωση στις συντάξεις.   

Το 2015 ήταν «έτος χωρίς κρίση» τουλάχιστον για τους πολιτικούς μας ηγέτες, ή έτσι κραύγαζαν και κάποιοι τους πίστεψαν. Ζήσαμε το απόλυτο χάος και ένα πρωτόγνωρο αλαλούμ πολιτικών επιλογών διαμέλισε την όποια εναπομείνασα κοινωνική συνοχή. Αυτό άλλωστε αποτυπώνουν και οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, με τη συντριπτική πλειοψηφία των ερωτηθέντων να ατενίζει το μέλλον με απαισιοδοξία και ουδείς να μη νιώθει ότι οι συνθήκες θα καλυτερεύσουν.  

Χαρακτηριστικό παράδειγμα σε έρευνα του «ΒΗΜΑΤΟΣ», το 69,5% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι το 2015 ήταν «έτος απογοήτευσης», ενώ ένα 55,1% είπε πως «τα πράγματα θα χειροτερέψουν». Μάλιστα, το 71,5% των ερωτηθέντων απάντησε ότι η Ελλάδα πήγε προς το χειρότερο, ενώ σε ό,τι αφορά την προσωπική και οικογενειακή οικονομική κατάσταση είπαν σε ποσοστό 65,6% ότι η κατάσταση χειροτέρεψε.

Πώς όμως να μη διαγράφεται ζοφερό το μέλλον μας; Τι έχει γίνει στην παιδεία, την έρευνα και την τεχνολογία, πυλώνες της κοινωνίας και της οικονομίας οι οποίες από μόνες τους θα μπορούσαν να αποτελέσουν το έναυσμα για ένα καινούριο ξεκίνημα; Σύμφωνα με τον πανεπιστημιακό και ερευνητή κ. Γιάννη Ιωαννίδη* η μεγάλη και διαχρονική αρρώστια της Ελλάδας είναι η εξόντωση, όχι των μικροβίων, αλλά των… αρίστων.

Ο διεθνούς φήμης πανεπιστημιακός σε ομιλία του με τίτλο «μετριοκρατία ή αξιοκρατία» αναφέρθηκε στο ΑΕΠ της χώρας για την έρευνα και την τεχνολογία το οποίο δεν ξεπερνά το 0,6% (ίδιο με αυτό της Ουγκάντα) όταν «μόνο ο προϋπολογισμός κάποιων λίγων μεταγραφών μιας μεγάλης ελληνικής ποδοσφαιρικής ομάδας της Αθήνας είναι πολύ υψηλότερες από το σύνολο των χρημάτων που δαπανώνται στα Πανεπιστήμια της χώρας».

Ωστόσο, όπως συμπλήρωσε, «παρόλο που σαν λαός είμαστε το 0,2% του παγκόσμιου πληθυσμού, το 3% των κορυφαίων επιστημόνων του κόσμου, με βάση την απήχηση στη διεθνή βιβλιογραφία, είναι Έλληνες οι οποίοι δυστυχώς (ποσοστό 90%) ζουν στο εξωτερικό».

Και βέβαια ουδείς από αυτούς είναι γνωστός στην ελληνική κοινωνία, πέρα από κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις, καθώς η ίδια τους η χώρα επένδυσε στην αναξιοκρατία, παραμένοντας αγκυλωμένη στη μετριοκρατία.

Από τη μια πλευρά, λοιπόν, έχουμε μια ηγεσία που ποδοπατεί και καταδιώκει την αριστεία με τα λαμπερά μυαλά να απουσιάζουν από μια κοινωνία που βράζει και από την άλλη έχουμε έναν λαό εθισμένο πλέον στην απαισιοδοξία.

Όμως αυτή είναι η στιγμή που έχουμε ανάγκη από νέες φωνές. Καινοτόμους και ταλαντούχους οραματιστές, πέρα και έξω από κόμματα και ηλικίες. Η κοινωνία χρειάζεται μια νέα ελπίδα, βγάζοντας επιτέλους στο περιθώριο τις άνανδρες και ανήθικες φωνές.

Οφείλουμε να αναζητήσουμε τη χαμένη μας γνησιότητα, να γεννήσουμε νέους φιλοσόφους και να επανατροφοδοτήσουμε την αρετή της ηθικής μας.  

Κανένα μνημόνιο –και όσα ακόμη έρθουν– δεν θα μας βγάλει από τα αδιέξοδα αν δεν αποφασίσουμε ποιο δρόμο θέλουμε να ακολουθήσουμε. Αυτόν του κάλλους της αρετής ή της φαυλότητας και των ψευδαισθήσεων.

Μπροστά μας έχουμε μεγάλες προκλήσεις και πρέπει να βρούμε ηγεσίες με όραμα και σχέδιο. Να γίνουμε ένας λαός των ευκαιριών χτίζοντας σταθερά θεμέλια και όχι διορθώνοντας ένα διαλυμένο οίκημα.

Το 2016 ας είναι η ευκαιρία για νέες και σταθερές κοινωνικές βάσεις.

Είναι ένα στοίχημα που δεν πρέπει να χάσουμε. Άλλωστε, δεν έχουμε χρόνο και για άλλες οπισθοδρομικές θολές ελπίδες.

*Ο καθηγητής Γ. Ιωαννίδης έχει την έδρα C.F. Rehnborg Πρόληψης Νοσημάτων στο Stanford, ενώ έχει διατελέσει πρόεδρος και καθηγητής στο Johns Hopkins, στο Tufts, στο Harvard και στο Imperial College.

Page 1 of 2

Find Us on Facebook